ΤΜΗΜΑΤΑΡΧΗΣ 605Β' ΟΡΟΦΟΣ
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: ΤΣΕΧΙΑ, ΓΗ.
Φέτος δεν είχαμε κανονικές διακοπές Πάσχα, λόγω οικονομικής κρίσης, είπανε, αλλά οι από πάνω τρίβανε τα χέρια τους από τη χαρά τους που η παραγωγή δεν θα σταματούσε καθόλου τη δουλειά.
Πήρα μερικές μέρες άδεια και πήγα σ'έναν άθλιο πλανήτη, προσωμοίωση εξωτικού νησιού (Τενερίφη, Χαβάη) και καλά. Μάλλον το πετύχανε γιατί ήταν άθλια κατασκευασμένο, με ορδές τουριστών, μεγαθήρια ξενοδοχεία και μια φριχτή μουσική δωματίου (lounge) να ακούγεται παντού και να σου σπάει τα νεύρα. Δεν πειράζει, ήμουν ότι πρέπει γι αυτήν την αθλιότητα, αν μπορούσαν και να με ταίζουν στο στόμα θα το δεχόμουνα. Δεν είχα όρεξη να κουνηθώ, να κάνω τίποτα. Πήγα μόνος μου κι ευτυχώς γιατί έτσι κι έπεφτα σε κανέναν γνωστό θα τον είχα δολοφονήσει ή θα τα'χα μαζέψει και θα'χα πάει αλλού.
Γύρω στην τρίτη μέρα που καθόμουν ανάσκελα και κοίταζα το κενό (σε διάφορα σκηνικά: δωμάτιο, πισίνα, κήπος) με ειδοποίησαν από το βρωμοξενοδοχείο ότι κάποιος μ΄έψαχνε επειγόντως στο τηλέφωνο. Πήγα όσο πιο αργά μπορούσα για να πληροφορηθώ ότι μου κόβουνε την άδεια, λόγω φόρτου εργασίας (ποιού φόρτου; αφου δεν έχουμε δουλειά, γιατί δουλεύουμε περισσότερο;). Όταν τους είπα ότι είχα κοντά δυό χρόνια να πάω διακοπές, μου είπαν ότι δυστυχώς όλοι οι άλλοι αδειούχοι είχαν οικογένειες, οπότε ήμουν από τους ελάχιστους που έπρεπε να επιστρέψουν.
Τότε ήταν που έστριψε η βίδα και αγόρασα την πλαστική κούκλα. Ήταν μια ωραία ευλύγιστη κούκλα που έμοιαζε πάρα πολύ με πραγματικό παιδάκι (κοριτσάκι). Της αγόρασα μερικά ρούχα από ένα μαγαζί με παιδικά και ταξίδεψα στην επιστροφή, πέντε ώρες ταξίδι, με την κούκλα αγκαλιά. Όταν έφτασα στην εταιρεία, περίμενα υπομονετικά στην καραντίνα, με την κούκλα αγκαλιά, νανουρίζοντας την και φιλώντας της τα μαλλιά.
Μπήκα στα γραφεία με την κούκλα αγκαλιά, οι τρεις που είχαν απομείνει με κοίταξαν με φοβερή έκπληξη, όταν τους δήλωσα ότι τώρα που έχω κι εγώ παιδί, θέλω να κάνω κανονικές διακοπές και δεν σταματούσα να το λέω μέχρι να το καταλάβουνε. Από τα διπλανά γραφεία ήρθε τρέχοντας κόσμος, από το πάνω πάτωμα κατέβηκε ο προιστάμενος που πήρε τη θέση της στριμμένης, στάθηκε μπροστά μου (είναι μεγάλος, βρώμικος κι απαίσιος σαν άσχημο βουνό) και με ρώτησε αυστηρά τι τρέχει. Μόλις του είπα και του έδειξα το παιδί μου, άρχισε να γελάει (είναι ΚΑΙ ηλίθιος. Μόλις ήρθε και προσπαθεί να κάνει καλή εντύπωση στην διεύθυνση).
Αποκεφάλισα το παιδί μου κι έβγαλα από μέσα το όπλο μου. Τότε σταμάτησε να γελάει, το παιχνίδι ξεκίνησε κι όλοι άρχισαν να τσιρίζουν...

